ανακτώμαι


ανακτώμαι
ανακτώμαι, ανακτήθηκα, ανακτημένος βλ. πίν. 61

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνακτῶμαι — ἀνακτάομαι regain for oneself pres subj mp 1st sg (attic epic ionic) ἀνακτάομαι regain for oneself pres ind mp 1st sg ἀνακτάομαι regain for oneself pres subj mp 1st sg (attic epic doric ionic) ἀνακτάομαι regain for oneself pres subj mp 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανάκτηση — η (Α ἀνάκτησις) [ἀνακτῶμαι] η εκ νέου απόκτηση χαμένου πράγματος, επανάκτηση αρχ. ανάκτηση δυνάμεων, ανάρρωση …   Dictionary of Greek

  • ανακτώ — ( άω) (Α ἀνακτῶμαι) βρίσκω κάτι που έχω χάσει, αποκτώ εκ νέου, ξανακερδίζω ||αρχ. 1. επανορθώνω, διορθώνω 2. αναζωογονώ, αναγεννώ 3. (με αιτιατ. προσώπου) κερδίζω την εύνοια ή τη φιλία κάποιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κτῶμαι. ΠΑΡ. ἀνάκτησις( η) αρχ …   Dictionary of Greek

  • επανα- — ἐπανα και ἐπαν (AM) μσν. νεοελλ. Α συνθετικό λέξεων που σημαίνουν: α) επανάληψη τής έννοιας τού Β συνθετικού («επαναλαμβάνω, επαναλέγω» κ.λπ.) β) για δεύτερη φορά, ξανά, πίσω («επανέρχομαι, επανακάμπτω» κ.λπ.) γ) επάνω («επανασύρω», σύρω επάνω… …   Dictionary of Greek

  • κτώμαι — άομαι (AM κτῶμαι, άομαι, Α ιων. τ. κτέομαι) 1. (ως μέσ.) παίρνω κάτι στην κατοχή μου, πορίζομαι, γίνομαι κύριος, αποκτώ (α. «κτήσεται δ ἄνευ δορὸς αὐτόν τε καὶ γῆν», Αισχύλ. β. «πολλάκις δοκεῑ τὸ φυλάξαι τ άγαθά τοῡ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι»,… …   Dictionary of Greek

  • προανακτώμαι — άομαι, Α [ἀνακτῶμαι] ανακτώ εκ τών προτέρων κάτι που έχασα …   Dictionary of Greek

  • καταπατούμαι — καταπατούμαι, καταπατήθηκα, καταπατημένος βλ. πίν. 74 Σημειώσεις: καταπατούμαι : απαντάται ορισμένες φορές και η κλίση κατά το ανακτώμαι (βλ. πίν. 61 ) ή το αγαπιέμαι (βλ. πίν. 59 ) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής